ενδυματολογία

ενδυματολογία
Όρος που αναφέρεται στην επιλογή ή και στη δημιουργία των θεατρικών κοστουμιών των προσώπων που δρουν επί σκηνής. Πολύ συχνά το ίδιο πρόσωπο αναλαμβάνει τόσο τη σκηνογραφική όσο και την ενδυματολογική επιμέλεια της παράστασης. Ειδικά ενδύματα, που συνήθως συνοδεύονται και από πρόσθετα υλικά για την αμφίεση του ηθοποιού (όπως η μάσκα αρχικά, το μακιγιάζ αργότερα κλπ.), χρησιμοποιούνταν από τις πρώτες θεατρικές απόπειρες, όπως, για παράδειγμα, οι κόθορνοι των παραστάσεων τραγωδίας στην αρχαία Ελλάδα. Το θεατρικό κοστούμι αποκτά διαφορετικές μορφές και σημασίες, επηρεαζόμενο τόσο από το πολιτισμικό ή το ειδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργεί (ειδικοί ενδυματολογικοί κώδικες των θεάτρων Νο και Καμπούκι της Ιαπωνίας, αυστηρή τυπολογία των κοστουμιών της Κομέντια ντελ άρτε) όσο και από τις ιστορικές συνθήκες εντός των οποίων εμφανίζεται, όπως συνέβη με την ταύτιση του κοινωνικού με το θεατρικό κοστούμι στο ελισαβετιανό θέατρο της Αγγλίας του 16ου αι. και την ανατροπή δεδομένων κωδίκων που εξυπηρέτησε η ε. στις παραστάσεις που ανήκουν στο κίνημα της λεγόμενης ιστορικής αβάν γκαρντ των αρχών του 20ού αι.
* * *
η
η τέχνη τού σχεδιασμού και τής κατασκευής ενδυμασιών, κοστουμιών, κυρ. στο θέατρο ή στον κινηματογράφο (όπου τα κοστούμια αποτελούν βασικό στοιχείο τής σκηνικής παρουσίας).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ενδυματολογία — η κλάδος της θεατρικής τέχνης που ασχολείται με τη μελέτη των ενδυμασιών διαφόρων εποχών και τη χρησιμότητά τους από θεατρική ή κινηματογραφική άποψη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θέατρο — Σκηνική παράσταση, λυρικό έργο, επιθεώρηση, χορογραφικό θέαμα· θ. ονομάζεται επίσης το σύνολο των θεατρικών έργων ενός συγγραφέα (π.χ. το θ. του Ίψεν). Ο όρος όμως δραματικό θ. δηλώνει αποκλειστικά το θεατρικό είδος που παρουσιάζει ένα γεγονός… …   Dictionary of Greek

  • Μπαζάκα, Θέμις — (Θεσσαλονίκη 1953 –). Ηθοποιός. Από τις πλέον εκφραστικές παρουσίες στο Θέατρο, την μικρή και την μεγάλη οθόνη έχει τιμηθεί με πολλά βραβεία. Σπούδασε ενδυματολογία και μόδα στο Λονδίνο και το 1979 μπήκε στην Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου… …   Dictionary of Greek

  • ενδυματολογικός, -ή — ό επίρρ. ά που ανήκει ή αναφέρεται στην ενδυματολογία ή τον ενδυματολόγο (βλ. λλ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ενδυματολόγος — ο, η 1. ο ειδικός στην ενδυματολογία (βλ. λ.). 2. ο σχεδιαστής ενδυμασιών θεατρικού ή κινηματογραφικού έργου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”